• Τι θα κρίνει η προανακριτική για τη Novartis

    Το ζήτημα της παραγραφής των αδικημάτων που αποδίδονται στα δέκα πολιτικά πρόσωπα θα απασχολήσει τις εργασίες της προανακριτικής επιτροπής στη Βουλή, την ώρα που η Εισαγγελία κατά της Διαφθοράς συνεχίζει με γρήγορους ρυθμούς την έρευνα για τον εντοπισμό πολιτικού χρήματος, στοχεύοντας να ενισχύσει τα στοιχεία της δικογραφίας.

    Ειδικότερα, αν η προανακριτική επιτροπή κρίνει ότι τα αδικήματα εντάσσονται στο πλαίσιο των καθηκόντων που είχαν τα πολιτικά πρόσωπα, τότε θα ενεργοποιηθούν οι καταληκτικές προθεσμίες και θα θεωρηθούν παραγεγραμμένα. Αν, αντιθέτως, κριθεί ότι τα αδικήματα δεν εντάσσονται στα υπουργικά καθήκοντα, τότε η Βουλή υποχρεούται να επιστρέψει τον φάκελο στον Άρειο Πάγο, προκειμένου τα δέκα πρόσωπα να ελεγχθούν από την τακτική δικαιοσύνη.

    Τι προβλέπει η νομοθεσία

    Σύμφωνα με το άρθρο 86 του Συντάγματος, τα αδικήματα της δωροδοκίας και της απιστίας, που φέρονται να αντιμετωπίζουν προς το παρόν τα φερόμενα ως εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα, έχουν ήδη υποκύψει στην αποσβεστική προθεσμία και θεωρούνται παραγεγραμμένα, καθώς έχει παρέλθει η δεύτερη τακτική σύνοδος της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεσή τους.

    Όπως εξηγεί ο ποινικολόγος Μιχάλης Δημητρακόπουλος, σύμφωνα με το Σύνταγμα, «οι Πρωθυπουργοί και οι Υπουργοί, εν ενεργεία ή μη, ερευνώνται και διώκονται από την (τακτική ποινική) δικαιοσύνη, όταν τελούν ή τέλεσαν αδικήματα που δεν εντάσσονται στο πλαίσιο των καθηκόντων τους. Το τελευταίο ισχύει και για τους συμμετόχους τους, που δεν είναι πολιτικά πρόσωπα. Ο “νόμος περί ευθύνης υπουργών” και το άρθ. 86 του Συντάγματος περιορίζει τη διωκτική αρμοδιότητα και εξουσία της Βουλής: οι Πρωθυπουργοί και οι Υπουργοί διώκονται μόνον μέχρι την παρέλευση της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου, που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος από το πολιτικό πρόσωπο. Πρόκειται για τη -συνταγματικής περιωπής- “αποσβεστική προθεσμία”, πρόβλεψη δηλαδή που μπορεί να καταργηθεί μόνον με αναθεώρηση του ίδιου του Συντάγματος. Ο νομοθέτης δύναται, και το έπραξε κατά το πρόσφατο παρελθόν, να εξορθολογήσει μόνον την παραγραφή των αδικημάτων που τελούνται από τους Υπουργούς κ.ο.κ. Παλαιότερα η παραγραφή ήταν για τους ανωτέρω πολιτικούς βραχεία (πενταετία). Πλέον έχει εξομοιωθεί με την παραγραφή που προβλέπεται για τους “κοινούς θνητούς”. Εξάλλου, η δωροδοκία και η “δωροληψία” περιγράφονται από τον ίδιο τον νόμο ως αδικήματα που τιμωρούνται μόνον όταν τελούνται “κατά την άσκηση των καθηκόντων ή σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων τους” ενός πολιτικού. Το ίδιο και η απιστία στην υπηρεσία. Αυτό κρίθηκε ήδη με το υπ’ αριθμ. 1/2011 Βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου του άρθ. 86 παρ. 4 Συντάγματος, στην υπόθεση Τσοχατζόπουλου».

    Tι ισχύει για το «ξέπλυμα» χρήματος

    Το έτερο ερώτημα είναι αν, στην περίπτωση που οι Εισαγγελείς κατά της Διαφθοράς εντοπίσουν πολιτικό χρήμα, θα αποδοθούν ευθύνες ή το αδίκημα έχει παραγραφεί.

    Όπως υποστηρίζει ο κ. Δημητρακόπουλος, «η νομιμοποίηση εσόδων με την ίδια νομολογία θεωρήθηκε ότι ‘’ουδέποτε τελείται στο πλαίσιο των καθηκόντων’’. Επίσης, το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων δεν είναι “διαρκείας” σύμφωνα με την νομολογία του Αρείου Πάγου: τελείται άπαξ με την τοποθέτηση του “δώρου” σε τραπεζικό λογαριασμό ή με τη χρήση του χρηματοπιστωτικού τομέα ή  με όποιον άλλον πρόσφορο τρόπο, ακόμα και αν στο ενδιάμεσο ο πολιτικός διατηρεί το δώρο στον λογαριασμό του. Αίφνης τον δημόσιο βίο επισκιάζουν “αποκεκαλυμμένες” καταθέσεις “κεκαλυμμένων” μαρτύρων που αφορούν σε δήθεν δωροδοκία και απιστία πρώην κυβερνώντων με την ιδιαιτερότητα ότι αυτές δεν είναι πλέον νομικά αξιόποινες πράξεις. Οι  καταθέσεις δεν “αποκαλύπτουν” αξιόποινες πράξεις νομιμοποίησης εσόδων. Κι όμως, δύο πρώην πρωθυπουργοί και οκτώ πρώην υπουργοί, άπαντες της αντιπολίτευσης, καθίστανται δέσμιοι κατηγοριών για μη αξιόποινες πράξεις που δεν είναι καν αποδείξιμες με αντικειμενικά στοιχεία».

    arrow