• Τζ. Ευγενίδης: Μια υγιής κοινωνία χρειάζεται πεπαιδευμένους πολίτες

    Πώς βλέπει ένας συγγραφέας τον κόσμο σήμερα και τους πολίτες απέναντι στις διαιρέσεις και τις αντιθέσεις -ενίοτε και αντιφάσεις- της πολιτικής; Πώς δρα και πώς τοποθετείται -πρωτίστως ως πολίτης- απέναντι σ’ έναν κόσμο πολιτικά διχασμένο, στον οποίο καμία χώρα δεν αποτελεί εξαίρεση; Κι εν τέλει τι είδους πολίτες «χρειάζεται» μια σύγχρονη κοινωνία; Μια «υγιής κοινωνία» θέλει πολίτες «ενημερωμένους και πεπαιδευμένους» απαντά ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Αμερικανός συγγραφέας, Τζέφρυ Ευγενίδης, ο οποίος βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες στη Θεσσαλονίκη και απόψε θα μιλήσει σε εκδήλωση στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος, στην Αθήνα.

    «Η δουλειά μου ως πολίτης είναι αυτή όλων των πολιτών, να γνωρίζω τι συμβαίνει και να είμαι γενικά εκπαιδευμένος προκειμένου να κάνω σωστή επιλογή ψήφου» εξηγεί ο Αμερικανός συγγραφέας και παραπέμποντας στην αρχαία Ελλάδα παρατηρεί: «Οι Αθηναίοι εφηύραν τη Δημοκρατία, αλλά παράλληλα σκέφτηκαν πως μόνο 200.000 μορφωμένοι άνδρες πρέπει να είναι οι ψηφοφόροι. Επομένως, η ιδανική Δημοκρατία -και το κατανοώ απολύτως αυτό- θα πρέπει να είναι ένα ενημερωμένο και μορφωμένο εκλογικό σώμα».

    «Υπό αυτή την έννοια το πιο σημαντικό που μπορούμε να κάνουμε σε μια κοινωνία είναι να βοηθήσουμε την εκπαίδευση. Αυτό οδηγεί σε πεπαιδευμένους ψηφοφόρους κι αυτό με τη σειρά του οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα» εκτιμά, πεπεισμένος ότι «η υγεία μιας κοινωνίας είναι πολύ σημαντική για το τι συμβαίνει σε σχέση με την πολιτική, δεν μπορεί να έχεις καλά αποτελέσματα στην πολιτική με μια μη υγιή κοινωνία».

     Το μυθιστόρημα ως (μη) «όχημα» πολιτικής

    Ο Τζέφρυ Ευγενίδης δεν θεωρεί πως ένα μυθιστόρημα, το οποίο χρειάζεται συνήθως κάποια χρόνια για να ολοκληρωθεί, συνιστά κατάλληλο «όχημα» για τη μεταφορά πολιτικών θέσεων. «Αν ήταν να πω κάτι για την πολιτική θα έγραφα ένα δοκίμιο, ένα άρθρο γνώμης στην εφημερίδα», διαβεβαιώνει, αν και σημειώνει πως στη νέα του συλλογή (σ.σ. Δελτία Παραπόνων) και στο κεφάλαιο με τίτλο «Το μεγάλο πείραμα» πραγματεύεται τη ζωή ενός ανθρώπου στο Σικάγο, το 2005, πριν από την κρίση, αναγνωρίζοντας πως αν διαβαστεί τώρα, με σύγχρονους όρους, έχει περισσότερες αναγωγές στη σημερινή πραγματικότητα.

    «Μερικές φορές γράφεις απλώς για τη γειτονιά όπου μένεις, τους ανθρώπους που βλέπεις κι αυτό μπορεί να είναι πολύ πολιτικό ή να γίνει ακόμα πιο σημαίνον πολιτικά, καθώς περνάει ο χρόνος», συμπεραίνει.

    «Καμιά φορά», προσθέτει, «το μυθιστόρημα συνυφαίνεται με την πολιτική. Για να περιγράψω στιγμές ή να τις αντιμετωπίσω προσπαθώ να μείνω ελεύθερος στο μυαλό μου. Στην Αμερική πρέπει κάθε μέρα να βλέπεις τον Τραμπ και δεν θέλω να μπαίνει στο μυαλό μου κάθε μέρα όταν γράφω. Δεν έγινα συγγραφέας, ώστε ο Ντόναλντ Τραμπ να εγκατασταθεί στο μυαλό μου! Προσπαθώ να μείνω ελεύθερος απ’ αυτά τον περισσότερο χρόνο».

    Στο Middlesex, το βιβλίο που τού χάρισε το Πούλιτζερ, ο Τζέφρυ Ευγενίδης πραγματεύεται τη ζωή μιας ερμαφρόδιτης, της Καλλιόπης Στεφανίδη, που ανακαλύπτοντας τον ανδρισμό που κρύβει μέσα της επιλέγει να συνεχίσει τη ζωή της ως Καλ. Ο συγγραφέας, μιλώντας για το βιβλίο του, είχε πει πως έχει θέμα τη γενετική, όχι όμως εις βάρος της ψυχολογικής ανάλυσης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, αλλά αντίθετα αντιστρατεύεται την τρέχουσα εκλαϊκευμένη μορφή της γενετικής, η οποία θεωρεί την ανθρώπινη συμπεριφορά γενετικά προκαθορισμένη.

    Πόσο σημαντικό είναι άραγε γι’ αυτόν να θέτει τέτοιου είδους ζητήματα, που απασχολούν τη σύγχρονη κοινωνία, στα έργα του; «Ποτέ δεν σκέφτομαι να θέσω κάποια ζητήματα υπό την οπτική της κοινωνικής χρησιμότητας ή από μια πολιτική σκοπιά. Γραφώ απλώς για ό,τι με ενδιαφέρει και προσπαθώ να είμαι ακριβής ως προς το θέμα. Και αν το κάνεις αυτό συχνά έχει κοινωνικές και πολιτικές επιπτώσεις (προεκτάσεις) με ένα ηθικό στοιχείο ή μια πτυχή (ενός θέματος) που θέλω να αποτυπώσω. Κάτι μού κινεί το ενδιαφέρον για κάποιον λόγο, μερικές φορές δεν καταλαβαίνω για συναισθηματικούς ή ψυχολογικούς λόγους, για πνευματικούς λόγους και αν είμαι αρκετά περίεργος γι’ αυτό το θέμα τότε είναι πολύ πιθανό πως και άλλοι άνθρωποι θα έχουν την ίδια περιέργεια», απαντά.

    Όπως όλα τα παιδιά ο Τζέφρυ Ευγενίδης απολάμβανε το να παίζει και να προσποιείται διάφορες ιστορίες. «Θυμάμαι πως μού άρεσε αυτό και ήθελα να το κάνω λίγο περισσότερο απ’ ό,τι κάποιοι άλλοι φίλοι μου. Θυμάμαι πως ντρεπόμουν που εξακολουθούσα να παίζω και να προσποιούμαι καθώς μεγάλωνα κι αυτοί δεν ήθελαν», εξομολογείται.

    Σήμερα πλέον αντλεί έμπνευση για τα έργα του από πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Το «κλειδί», ωστόσο, είναι η σύνδεσή τους μ’ ένα κομμάτι της ίδιας του της ζωής: «Κάποιες φορές ακούω μια ιστορία που μ’ ενδιαφέρει, κάποιες άλλες είναι κάτι που όντως συνέβη σ’ εμένα, μερικές φορές είναι κάτι που διάβασα στην εφημερίδα, αλλά ό,τι κι αν είναι θα πρέπει να βρω έναν τρόπο να το συνδέσω με τη ζωή μου, για να μπορέσω να γράψω γι’ αυτό».

    «Οπότε αν ακούσω κάτι που είναι μακριά από μένα θα πρέπει να βρω μια κάποια σύνδεση με τη ζωή μου, για να μπορέσω να γράψω», εξηγεί και φέρνει ως παράδειγμα το Middlesex, όπου έβαλε πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία «για να το κάνω αληθινό, να το βάλω στο αίμα μου κατά μία έννοια».

    Στην ερώτηση αν γράφει με γνώμονα τον αναγνώστη ή απλώς ακολουθεί τη «μούσα» ή το ένστικτό του, απαντά θετικά και στα δύο: «Ακολουθώ το ένστικτό μου σε ό,τι αφορά ποιος θα ήταν ένας ενδιαφέρον τρόπος για να γράψω και σκέφτομαι πώς να το κάνω ξεκάθαρο για τον αναγνώστη και να κρατήσω την προσοχή του. Ο αναγνώστης είναι ένα γενικό αίσθημα, κάποιος που θα προσέξει και θα ακούσει. Θα πρέπει να προσέξεις τον αναγνώστη για να έχει νόημα, αλλιώς απλώς τον μπερδεύεις συνεχώς».

    Το …DNA της προσφυγιάς και η επανάληψη της Ιστορίας

    Καθισμένος στον δερμάτινο καναπέ κεντρικού ξενοδοχείου της Θεσσαλονίκης, περιεργάζεται τα μπαρόκ έπιπλα στον χώρο και τον πίνακα με τους δύο βασιλικούς ιππείς στον τοίχο, που παραπέμπει σε σκηνή από τη βρετανική εξοχή. «Δεν είναι και πολύ ελληνικό αυτό», παρατηρεί μειδιώντας και αίφνης η συζήτηση αλλάζει ρότα και σκηνικό και από τα βιβλία και το αγαπημένο του Ντιτρόιτ στρέφεται στη Θεσσαλονίκη και την Ελλάδα.

    «Για εμένα είναι πολύ ενδιαφέρον ότι τόσοι άνθρωποι από τη Μικρά Ασία ήρθαν εδώ (στη Θεσσαλονίκη)… οι υπόλοιποι πήγαν στο Ντιτρόιτ προφανώς», λέει, παραπέμποντας στις ρίζες των προγόνων του, αναγνωρίζοντας πως ήλθε εδώ «και κατά μία έννοια για να συνδεθώ με όλη αυτή τη διαδρομή της προσφυγιάς, που έχει σημασία για μένα». Άλλωστε, πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, που αναζήτησαν στη μακρινή Αμερική μια καλύτερη τύχη, ήταν τόσο ο παππούς του όσο και η γιαγιά του, όπως εξηγεί.

    Οι σύγχρονες εικόνες των προσφύγων κάθε άλλο παρά αδιάφορο τον αφήνουν και παρακολουθεί με ενδιαφέρον και την κατάσταση στην Ελλάδα που, όπως λέει, «είναι στην πρώτη γραμμή της προσφυγικής κρίσης, συχνά όχι καλά υποβοηθούμενη από τις άλλες χώρες και την Ευρωπαϊκή Ένωση».

    «Όταν ήμουν στο Παρίσι», αφηγείται, «συνάντησα μια γυναίκα που οι γονείς της είχαν βρεθεί στη Λέσβο και τη ρώτησα για την κατάσταση εκεί. Και μού είπε πως αυτά που διαβάζουμε στις εφημερίδες δεν είναι απολύτως αληθινά. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν τόσο πολλοί πρόσφυγες και δεν πεθαίνουν άνθρωποι στους δρόμους. Σκιαγράφησε μια αισιόδοξη εικόνα. Και την επόμενη ημέρα διάβαζα ξανά στις εφημερίδες για τις σκηνές των προσφύγων στη Λέσβο και δεν ξέρω ακριβώς τι να πιστέψω».

    «Είναι μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Καταλαβαίνω την πολιτική αντίσταση σε όλες τις χώρες σε ό,τι αφορά την απορρόφηση ενός τεράστιου αριθμού προσφύγων και συχνά μού θυμίζει αυτό πώς πρέπει να ήταν η κατάσταση για τους παππούδες μου. Το Middlesex αφηγείται την καταστροφή της Σμύρνης με όλους τους πρόσφυγες να είναι στο λιμάνι και να μην τους επιτρέπεται να επιβιβαστούν στα πλοία και να φύγουν. Είναι περίπου ανάλογο μ’ αυτό που συμβαίνει σήμερα και μας θυμίζει πως η Ιστορία επαναλαμβάνεται» προσθέτει ο Τζέφρυ Ευγενίδης σ’ έναν παραλληλισμό της προσφυγιάς που «κουβαλάει» στο DNA του με τη σημερινή κατάσταση.

    Το προσφυγικό δεν είναι το μόνο ζήτημα για το οποίο ενημερώνεται σε σχέση με την Ελλάδα, αφού καθ’ όλη τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης παρακολουθούσε με ενδιαφέρον, όπως λέει, την πορεία της χώρας. Στο ερώτημα, ωστόσο, αν θα ήταν αυτή η περίοδος της ελληνικής οικονομικής κρίσης ένα από τα θέματα που ενδεχομένως θα επέλεγε για κάποιο από τα επόμενα βιβλία του η απάντηση έρχεται αβίαστα και είναι αρνητική. «Ένας Έλληνας συγγραφέας είμαι σίγουρος πως θα μπορούσε να χειριστεί καλύτερα αυτό το θέμα», λέει και ομολογεί πως αν σκεφτόταν ποτέ να γράψει κάτι για την Ελλάδα και τη σύγχρονη πραγματικότητά της θα αισθανόταν πως δεν έχει τα κατάλληλα εφόδια για κάτι τέτοιο. «Θα μπορούσα να γράψω για έναν Αμερικανό που επιστρέφει αναζητώντας τις ρίζες του, αλλά δεν θα ήταν αλήθεια ότι κατανοώ τι συμβαίνει εδώ. Δεν μιλώ τη γλώσσα και θα ήταν απάτη αν σκεφτόμουν να το κάνω αυτό»,

    arrow